Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

Καστοριά: Οι επιδρομές των Νορμανδών και η περίοδος της Λατινοκρατίας με αφορμή 1ο Μεσαιωνικό Βυζαντινό Φεστιβάλ η ιστορία της Καστοριάς στην περίοδο της Λατινοκρατίας




Βρισκόμαστε στα τέλη του 11ουαι. και στο Βυζαντινό Κράτος επικρατεί μια σχετικά ειρηνική περιόδος μετά τις επιτυχείς πολεμικές επιχειρήσεις του Βασιλείου Β’ Βουλγαροκτόνου εναντίον των Βουλγάρων. Η ίδια η πόλη της Καστοριάς δέχτηκε το προηγούμενο διάστημα αλλεπάλληλες επιθέσεις μέχρι την εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας το 1018 και την επίσημη ανακήρυξή της σε ανεξάρτητο στρατιωτικό Θέμα. Οι Βούλγαροι είχαν αποσυρθεί βορειότερα και επιχειρούσαν περιοδικές ανεπιτυχείς επιδρομές, ενώ η βυζαντινή εξουσία είχε περάσει από τα χέρια των Μακεδόνων στους Κομηνούς και τους Δουκάδες. Τελικώς, δεν θα
διαρκέσει αρκετά αυτή η ειρηνική περίοδος στην περιοχή, καθώς ήδη είχαν εμφανιστεί οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γουϊσκάρδου στα δυτικά εδάφη της Αυτοκρατορίας. Οι Νορμανδοί ήταν ένα Σκανδιναβικό φύλο Βίκινγκ, που περιπλανώμενοι εγκαταστάθηκαν στις βόρειες ακτές της Γαλλίας και την Αγγλία, όπου εκχριστιανίστηκαν. Πάλι περιπλανώμενοι, βρέθηκαν στην Νότια Ιταλία και τη Σικελία, κατακτώντας βυζαντινά εδάφη[1]. Εκεί, εγκαθίδρυσαν κράτος και επιχείρησαν διαδοχικές επιδρομές προς την Ήπειρο, τα νησιά του Ιονίου, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Αρχικά, ο Γουϊσκάρδος με τον στόλο του κατέπλευσε στον Αυλώνα και μετά στο Δυρράχιο, όπου με τη βοήθεια του κρατιδίου της Ραγούσας, νίκησε την βυζαντινή άμυνα του νέου αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού. Εκεί, είχε εγκατασταθεί ο εξόριστος στρατηγός Νικηφόρος Βρυέννιος ο πρεσβύτερος, που αυτομόλησε συντασσόμενος με τους Νορμανδούς[2].

Ο Βοημούνδος Α” Αντιόχειας (1054-1111).
Ελαιογραφία του γάλλου ζωγράφου
Marry-Joseph Blondel

Στην Καστοριά οι Νορμανδοί εμφανίστηκαν την άνοιξη του 1082 και την κατέλαβαν εύκολα. Ο Γουϊσκάρδος έφυγε στην Ιταλία να αντιμετωπίσει τον στρατό του γερμανού βασιλιά Ερρίκου IV και άφησε υπεύθυνο του υπόλοιπου στρατεύματος τον γιό του Βουημούνδο. Εκείνος χρησιμοποιώντας ως ορμητήριο τη Καστοριά κατέλαβε τα Ιωάννινα, τα Σκόπια, τα Μογλενά, τα Τρίκαλα και πολιόρκησε ανεπιτυχώς τη Λάρισσα, επιστρέφωντας στην Καστοριά[3] [4]. Εν τω μεταξύ οι νορμανδοί στρατιώτες παρέμεναν απλήρωτοι και δυσανασχετούσαν, έτσι ο Βουημούνδος εγκατέλειψε την Καστοριά και άφησε στη θέση του τον Νικηφόρο Βρυέννιο[5]. Ο Αλέξιος Κομνηνός προσπάθησε να αναδιοργανώσει τον βυζαντινό στρατό, εκμεταλλευόμενος την απουσία του, και εκστράτευσε εναντίον της νορμανδοκρατούμενης Καστοριάς τον Οκτώβριο του 1083, μαζί με το στρατηγό του Γεώργιο Παλαιολόγο. Επειδή όμως τα βυζαντινά τείχη του ισθμού καθιστούσαν αδύνατη την κατάληψη, επιχείρησε επιτυχώς την απόβαση με βάρκες στην πίσω πλευρά της χερσονήσου της λίμνης, περικυκλώνοντας την πόλη. Η απόβαση πρέπει να έγινε στο σημείο που ίδρυσε τη Μονή Μαυριώτισσας, μετά την απελευθέρωση της πόλης. Η Άννα Κομνηνή στην Αλεξιάδα (βιογραφικό έργο για τον πατέρα της Αλεξίο Α’ Κομνηνό) περιγράφει παραστατικά την προσπάθεια κατάληψης της πόλης[6]: ‘’Τοῦ μέντοι Βρυεννίου κατέχοντος τὴν Καστορίαν, καθάπερ ἄνωθεν εἴρηται, τοῦτον ἐκεῖθενἐξελάσαι καὶ τὴν Καστορίαν κατασχεῖν ὁ αὐτοκράτωρ σπουδάζων τὸ ὁπλιτικὸν αὖθιςἀνεκαλεῖτο καὶ ὅπλοις ἅπαντας καταφράξας πρὸς τειχομαχίαν καὶ τὰς κατὰ τοὺς ἔξωθεν πολέμους συμπλοκὰς τῆς πρὸς τὸ κάστρον φερούσης εἴχετο. Ἔστι δὲ ἡ θέσις τοῦ τόπου τοιαύτη. Λίμνη τίς ἐστιν ἡ τῆς Καστορίας, ἐν ᾖ τράχηλος ἀπὸ τῆς χέρσου εἰσέρχεται καὶ περὶτὸ ἄκρον εὐρύνεται εἰς πετρώδεις βουνοὺς ἀπο τελευτῶν. Περὶ δὲ τὸν τράχηλον καὶ πύργοι καὶ μεσο πύργια ᾠκοδόμηνται κάστρου δίκην, ὅπερ καὶ Καστορία ὀνομάζεται. Ἐκεῖκαταλαβὼν ὁ βασιλεὺς τὸν Βρυέννιον δέον ἔκρινε τῶν πύργων καὶ τῶν μεσοπυργίων πρώτως δι” ἑλεπόλεων ἀποπειρᾶσθαι. Ἐπεὶ δὲ ἄλλως οὐκ ἐνῆν εἰ μὴ ὡς ἔκ τινος ὁρμητηρίου τοὺς στρατιώτας τοῖς τείχεσι προσπελάζειν, χάρακα μέντοι πρώτως ἐπήξατο, εἶτα πύργους ξυλίνους κατασκευάσας καὶ σιδήρῳ τὰ τούτων συνδήσας περισφίγματα ἐκ τούτων ὡς ἔκ τινος φρουρίου τοὺς κατὰ τῶν Κελτῶν συνίστατο πολέμους. Τὰς γοῦν ἑλεπόλεις καὶ τὰπετροβόλα μηχανήματα ἔξωθεν καταστήσας διὰ πάσης νυκτὸς καὶ ἡμέρας μαχόμενος καὶκατασείσας τὸν τοῦ τείχους περίβολον, ἐπεὶ καρτερώτερον οἱ ἐντὸς ἀνθίσταντο (οὐκἐνεδίδουν οὐδὲ τοῦ τείχους καταρραγέντος), ὡς δὲ οὐκ ἐνῆν αὐτῷ ἔτι τῶν κατὰ σκοπὸν τυχεῖν, βουλὴν βουλεύεται γενναίαν ἅμα καὶ συνετήν, ἵν” ἐξ ἑκατέρου ἔκ τε τῆς ἠπείρου καὶτῆς λίμνης διὰ πλοίων εἰσαγαγὼν γενναίους τινὰς ἐν ταὐτῷ τὸν πόλεμον ποιή σηται. Πλοίων δὲ μὴ ἐνόντων ἐν ἁμάξαις ἐπιφορτίσας ἀκάτιά τινα μικρὰ διὰ τοῦ μολισκοῦ ἐν αὐτῇεἰσήγαγεν. Ὁρῶν δὲ τοὺς μὲν ἀνιόντας τῶν Λατίνων ἐξ ἑνὸς μέρους ταχέως ἀνιόντας, τοὺς δ” ἐξ ἑτέρου κατιόντας πλείονα χρόνον τρίβοντας ἐν τῷ κατιέναι τὸν Παλαιολόγον Γεώργιον μετὰ ἀλκίμων ἀνδρῶν ἐν αὐτοῖς εἰσελάσας εἰς τοὺς περὶ τοὺς βουνοὺς πρόποδας προσορμίσαι προσέταξε παραγγείλας, ὁπηνίκα τὸ δοθὲν αὐτῷ σημεῖον θεάσοιτο, τηνικαῦτα τὴν ἀκρολοφίαν καταλαβόντα ἐξ ὀπισθίων αὐτῶν καὶ διὰ τῆς ἀοικήτου καὶ ῥᾳδιωτέρας εἰσελθεῖν· καὶ ὁπηνίκα τὸν αὐτοκράτορα θεάσεται ἀπὸ τῆς χέρσου τὸν μετὰ τῶν Λατίνων πόλεμον ἀναδεξάμενον, καὶ αὐτὸν σπεῦσαι ὡς δύναμις, ἵνα μὴ ὡσαύτως πρὸς ἑκάτερα μάχεσθαι δυνάμενοι, ἀλλ” ἐξ ἑνὸς μέρους τοῦ τόνου τῆς μάχης χαλάσαντος ἁλώσιμοι τηνικαῦτα ἐκ ταὐτοῦ μέρους γένωνται.’’ Οι Νορμανδοί επιχείρησαν εκ νέου επιθέσεις μετά την επάνοδο του Ροβέρτου Γουϊσκάρδου το 1084, αλλά απέτυχαν παταγωδώς λόγω της ενίσχυσης του βυζαντινού στρατού και λόγω της επιδημίας που αποδεκάτισε τον νορμανδικό στρατό, μαζί και τον Γουϊσκάρδο που πέθανε το 1085 στην Κεφαλλονιά[7].



Ο Χριστός ευλογεί τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α” Κομνηνό.
Μικρογραφία σε χειρόγραφο

Η επόμενη εμφάνιση των Νορμανδών στην περιοχή λαμβάνει χώρα το 1096 κατα τη διάρκεια της Α’ Σταυροφορίας (1096-1099). Νωρίτερα η πρόδρομη ‘’Σταυροφορία του Λαού’’ υπό τον Πέτρο Ερημίτη δεν επηρέασε την Μακεδονία, αλλά προξένησε πολλές καταστροφές στις υπόλοιπες περιοχές απ’ όπου διήλθε. Η επίσημη Α’ Σταυροφορία έγινε μετά από πρωτοβουλία του Πάπα Ουρβανού Β’ και αποτελούνταν από πάνοπλους στρατούς γαλλικών, ιταλικών και γερμανικών φύλων, μεταξύ των οποίων και αυτός του Βουημούνδου. Οι Σταυροφόροι με το πρόσχημα της αντιμετώπισης του ισλαμικού στοιχείου και απελευθέρωσης των Αγίων Τόπων πορεύτηκαν προς την Ανατολή, λεηλατώντας τα πάντα στο διάβα τους. Στην ουσία οι στόχοι τους ήταν να αποκτήσουν πλούτη, να επεκτείνουν την επιρροή της νεοσύστατης Καθολικής Εκκλησίας και να εξαφανίσουν το Βυζαντινό Κράτος, γεγονός που αποδείχθηκε όταν καταπάτησαν τη συμφωνία τους με τον Αλέξιο Α’ Κομνηνό κατά την κατάκτηση της Αντιόχειας[8].
Η Β’ Σταυροφορία (1147-1149) δεν φαίνεται να επηρέασε άμεσα την περιοχή της Καστοριάς, αλλά κατά την τρίτη επάνοδό τους (1189-1192) οι Σταυροφόροι μάλλον πέρασαν ξανά από την Καστοριά. Μάλιστα, ο Brand υποστηρίζει ότι το 1185 έλαβε χώρα μια ολιγόμηνη κατάληψη της πόλης[9]. Κατά τον 12ο αι. συνέχισε να υπάρχει το Θέμα Καστοριάς, το οποίο διοικούσαν σημαντικοί αξιωματούχοι όπως ο δούκας Ανδρόνικος Κομνηνός[10]. Την περίοδο αυτή η πόλη γνωρίζει μια ιδιαίτερη άνθηση με τις εμπορικές της συναλλαγές με τη Βενετία. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ’ Άγγελος συμπεριέλαβε την Provincia Castoriae στο χρυσόβουλλο του 1198 με το οποίο παραχωρούσε ιδιαίτερα εμπορικά προνόμια στους Βενετούς[11], ανοίγοντας το δρόμο στις ληστρικές διαθέσεις των δυτικών. Το πρόσχημα αντιμετώπισης των μουσουλμάνων με τις Σταυροφορίες κατέρρευσε οριστικά μόλις λίγα χρόνια αργότερα με την Δ’ Σταυροφορία (1201-1204), κατά την οποία η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε δύο φορές. Στα αίτια που οδήγησαν στις δύο αλώσεις περιλαμβάνονται η ανικανότητα των Αγγέλων αυτοκρατόρων (ιδίως του Ισαάκιου Β’ και του Αλέξιου Δ’ Άγγελου που ζήτησαν τη βοήθεια των δυτικών ώστε να εκθρονίσουν τον Αλέξιο Γ’), η αποδιοργάνωση και οι ανταρσίες στο εσωτερικό του κράτους, η προσπάθεια επιβολής της Καθολικής στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και κυρίως η παντελώς ανήθικη στάση των Σταυροφόρων και του βενετού δόγη Ερρίκου Δάνδολου, που επεζητούσαν τον πλουτισμό μέσω της λεηλασίας της βυζαντινής πρωτεύουσας.


Πλαστική αναπαράσταση του κρανίου του
βούλγαρου τσάρου Καλογιάν (1168-1207)
από τον Y. Yordanov

Η βυζαντινή εξουσία καταλύθηκε και η αυτοκρατορία διαμελίσθηκε μεταξύ των Βενετών και λατίνων ηγεμόνων. Παράλληλα, ελληνικά κράτη δημιουργήθηκαν στη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ήπειρο, τα οποία προσπαθούσαν να επανακτήσουν τα χαμένα εδάφη και να αποκρούσουν τις πολλαπλές επιθέσεις Λατίνων, Βουλγάρων, Σελτζούκων Τούρκων και Μογγόλων. Η Μακεδονία περιήλθε στη δικαιοδοσία του ηγέτη της Δ’ Σταυροφορίας Βονιφάτιου Μομφερρατικού (1150-1207), ο οποίος ίδρυσε το υποτελές στην Κωνσταντινούπολη Βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Η Καστοριά ανήκε στα διαμοιρασθέντα εδάφη σύμφωνα με τη περίφημη συνθήκη Partitio Terrarum Imperii Romaniae και κανονικά ανήκε στο εξής στον Βονιφάτιο[12]. Όμως, για να ισχύσει η συνθήκη έπρεπε οι λατίνοι ηγεμόνες να εκκαθαρίσουν τα εδάφη τους από τις παραμένουσες εστίες αντίστασης, πράγμα που δεν φαίνεται να συνέβη με την Καστοριά. Έτσι, το Partitio παρέμεινε μόνο σε θεωρητική βάση, ενώ αμφιλεγόμενο παραμένει το καθεστώς στην πόλη μέχρι το 1216 και την κατάληψη από τον Δεσπότη της Ηπείρου. Πιθανότερη είναι η κατάκτηση από τον βούλγαρο τσάρο Καλογιάν Ασάν, ο οποίος επωφελούμενος την γενικότερη αναρχία επέκτεινε το κράτος του νότια, νικώντας μάλιστα τον στρατό των Λατίνων στην μάχη της Ανδριανούπολης (1205).
Το πρώτο μισό του 13ου αι. στην περιοχή χαρακτηρίζεται από συνεχείς εχθροπραξίες μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου, της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, των Λατίνων και των Βουλγάρων. Μετά τον βούλγαρο Καλογιάν στρέφεται εναντίον των λατίνων ο Μιχαήλ Α’ Κομνηνός Δούκας, ιδρυτής του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ο οποίος καταλαμβάνει την Λάρισα, την Κέρκυρα και το Δυρράχιο. Την συνέχεια αναλαμβάνει ο ετεροθαλής αδελφός του Θεόδωρος και στο διάστημα 1216-30 καταλαμβάνει το σύνολο της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Στέφθηκε δε βασιλέυς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων το 1225 στη Θεσσαλονίκη από τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδας Δημήτριο Χωματιανό. Αυτός ο τίτλος βέβαια ουδέποτε αναγνωρίστηκε από τον Πατριάρχη της Νίκαιας, που είχε προηγουμένως στέψει αυτοκράτορα τον Θεόδωρο Α’ Λάσκαρη (1208). Τελικώς, στη μάχη της Κολοκοτινίτζας (1230) ο Θεόδωρος της Ηπείρου γνωρίζει την ήττα από τους βουλγάρους του Ιωάννη Β΄ Ασάν, που πρέπει να θεωρείται κύριος της Καστοριάς για λίγα χρόνια. Ο ίδιος αιχμαλωτίζεται και τυφλώνεται, ενώ την Θεσσαλονίκη διοικεί ο αδελφός του Μανουήλ Κομνηνός Δούκας[13]. Μετά την χηρεία του Ιωάννη Ασάν του προσφέρει ως σύζυγο την κόρη του και έτσι απελευθερώνεται. Γενικώς, γινόταν συχνά τέτοιες επιγαμίες προκειμένουν να δημιουργηθούν πρόσκαιρες συμμαχίες εναντίον ενός κοινού εχθρού. Στη συνέχεια, ανατρέπει τον Μανουήλ από τον θρόνο της Θεσσαλονίκης υπέρ του γιού του Ιωάννη και ο ίδιος περιορίζεται στην περιοχή της Έδεσσας. Οι πηγές δεν ξεκαθαρίζουν αν η Καστοριά αυτή την περίοδο ανήκε στον Θεόδωρο ή στον καθεαυτό Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β’, του οποίου η κυριαρχία εκτεινόταν ως την Αχρίδα και την Πελαγονία[14].


Ο Αγ. Ιωάννης Βατάντζης ο ελεήμων (1193-1254),
αυτοκράτορας της Νίκαιας για 32 χρόνια

Έπειτα, σειρά παίρνει ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάντζης, που δραστηριοποιούνταν ήδη από το 1225 στη βαλκανική εναντίον των Λατίνων και έχοντας συμμάχους του Βούλγαρους πολιόρκησε την Πόλη (1236). Ο Βατάντζης ισχυροποιεί συνεχώς τη θέση του και μετά τον θάνατο του Μανουήλ και του βούλγαρου Ιωάννη Άσεν καταφέρνει να πετύχει την παραίτηση του Ιωάννη Κομνηνού Δούκα (γιού του Θεόδωρου) από τα αυτοκρατορικά δικαιώματα και να τον περιορίσει στον τίτλο του Δεσπότη(1242)[15]. To 1246 πεθαίνει ο βούλγαρος τσάρος Καλιμάν Α’ Ασάν και ο Βατάντζης επιτίθεται κατακτώντας τη νότια Βουλγαρία. Προωθείται σε όλη τη Μακεδονία και καταλαμβάνει το σύνολό των εδαφών της, μαζί και τη Θεσσαλονίκη[16]. Έκτοτε, διαλύεται η συμμαχία και ξεκινά μια σφοδρή πολεμική διαμάχη μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας στην περιοχή. Ο Μιχαήλ Β” κατέλαβε την Καστοριά και τοποθέτησε ως διοικητή τον στρατηγό του Θεόδωρο Πετραλίφα. Το 1252 ο Πετραλίφας και ο φρούραρχος της Καστοριάς Μιχαήλ Γλαβάς αυτομολούν και προσεταιρίζονται τον Βατάντζη[17]. Έτσι, ολόκληρη η Δυτική Μακεδονία περνάει στα χέρια του. Μετά το θάνατο του Βατάντζη (1254) ο τσάρος Μιχαήλ Α’ Ασάν επωφελείται και κατακτά ορισμένα τμήματα της Μακεδονίας, χωρίς να μνημονεύεται η Καστοριά. Το 1256 ορίζεται ως διοικητής της Δυτικής Μακεδονίας ο Γ. Ακροπολίτης, που αποτελεί συνάμα τη βασική ιστορική πηγή για την εποχή αυτή, μαζί με τον Ν. Γρηγορά και τον Γ. Παχυμέρη. Ο Μιχαήλ Β’ της Ηπείρου, αφου συνάπτει συμμαχία με τους Αλβανούς και τους Σέρβους, επιτίθεται στην περιοχή και πολιορκεί τον Ακροπολίτη στον Πρίλαπο[18]. Ο νέος αυτοκράτορας Θεόδωρος Β’ Δούκας Λάσκαρης προσπαθεί να αναδιοργανωθεί αλλά πεθαίνει αφήνωντας διάδοχο τον ανήλικο Ιωάννη Δ’. Με μηχανορραφίες στέφεται συναυτοκράτορας ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος, ιδρύοντας την τελευταία βυζαντινή δυναστεία.



Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η” Παλαιολόγος.
Μικρογραφία σε χειρόγραφο

Η τελική μάχη μεταξύ της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και του συνασπισμένου στρατού του Δεσποτάτου της Ηπείρου, του Πριγκηπάτου του Μορέως και του Βασίλειου της Σικελίας έμελλε να δωθεί στην περιοχή της Καστοριάς. Αυτή η μάχη καθόρισε σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την τύχη των λατινικών κρατιδίων στον ελληνικό χώρο. Είναι γνωστή ως μάχη της Πελαγονίας ή μάχη της Καστοριάς και έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 1259. Το εκστράτευμα του Μιχαήλ Παλαιολόγου είχε συνασπιστεί με αυτόν του αδελφού του σεβαστοκράτορα Ιωάννη και προέλασε από την Έδεσσα, στον Πρίλαπο (Περλέπε), την Αχρίδα και τη Δεάβολη. Περιλάμβανε ακόμη 2000 Κουμάνους, 300 Αλαμανούς, Τούρκους, Σέρβους και Βούλγαρους. Από την άλλη ο Μιχαήλ της Ηπείρου με το γιό του Νικηφόρο είχε καταφύγει στον Αυλώνα, όπου ενισχύθηκε με τον στρατό του άλλου γιού του Ιωάννη (ηγεμόνα της μεγάλης Βλαχίας), με 400 ιππότες σταλμένους από τον Μανφρέδο της Σικελίας και κυρίως τον στρατό του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουΐνου, πρίγκηπα του Μορέως[19]. Στη συνέχεια πορεύθηκε ΒΑ, στρατοπεύδευσε στην Καστοριά και κινήθηκε βόρεια να συναντήσει το στρατό της Νίκαιας. Ο ακριβής αριθμός των αντιπάλων είναι άγνωστος. Έχει υποστηριχθεί ότι ο Παλαιολόγος είχε συγκεντρώσει 6000 ελαφρά και βαριά οπλισμένους στρατιώτες[20], ενώ ο Δεσπότης Μιχαήλ περισσότερους. Ακόμη, η θέση της μάχης δεν είναι γνωστή, καθώς οι μόνες πληροφορίες είναι το τοπωνύμιο Βορίλλα Λόγγος[21] και ότι έγινε σε κάμπο[22]. Μερικοί ερευνητές θεωρούν πως διεξήχθη στην πεδιάδα του Εριγώνα, στην σημερινή περιοχή της Φλώρινας και μάλιστα έχει προταθεί ως θέση ο σημερινός οικισμός Λόφοι[23]. Το θέμα περιπλέκεται αν λάβουμε υπ’ όψιν την κατάκτηση της Δεαβόλεως (κοντά στη σημερινή Κορυτσά) από τον Παλαιολόγο πριν τη μάχη. Έτσι, δεν είναι δυνατό να πορεύθηκε από Β ή ΒΑ στην Καστοριά όπως περιγράφουν ορισμένοι ερευνητές, αλλά από ΒΔ. Ίσως, οι δύο στρατοί να συναντήθηκαν πράγματι ανάμεσα στη Καστοριά και τη Δεάβολη, στον μικρό κάμπο βόρεια της λίμνης, όπως προτείνει ο Μουτσόπουλος, που συνδέει παράλληλα το τοπωνύμιο Βορίλλα Λόγγος με το κάστρο του Λογγά[24]. Βέβαια, όλα αυτά είναι υποθέσεις που περιμένουν να ενισχυθούν ή να καταρριφθούν από κάποιο εύρημα.

Οικόσημο των Βιλλεαρδουΐνων και έμβλημα
του Πριγκηπάτου του Μορέως (Αχαΐας)

Η μάχη έληξε με συντριπτική νίκη της Νίκαιας και αιχμαλωσία του Βιλλεαρδουΐννου, ενώ ο Ιωάννης Δούκας είχε προσβληθεί και είχε ήδη προσφύγει στον Παλαιολόγο με τον όρο να μη πειράξει τον πατέρα και τον αδελφό του[25]. Έτσι, η μάχη δόθηκε τελικά μόνο μεταξύ της Νίκαιας και των Λατίνων, προδιαγράφοντας το τέλος της Λατινοκρατίας. Μετά από δύο χρόνια ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος επανακτά την Κωνσταντινούπολη (1261) και ξεκινά η τελευταία εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.



Η θέση της μάχης της Πελαγονίας και η διάταξη των αντιπάλων κατά τον Φ. Ροχόντζη

πηγές εικόνων:
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Θ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1979
Φ. Ροχόντζης, Η αναβίωση του ελληνισμού και η παρακμή της Φραγκοκρατίας. Μάχη της Καστοριάς (1259 μ.Χ), Μακεδονικά 22(1993), ΕΜΣ, Θεσ/νίκη, σ. 340-357
αρχείο MacMillan’s History Pictures
αρχείο Εθνικού Μουσείου Βερσαλλιών, Παρίσι
αρχείο Εθνικού Μουσείου Ιστορίας, Σόφια

[1] G.A Loud, The Age of Robert Guiscard: Southern Italy and the Norman Conquest, Longman, New York, 2000
[2] Ι. Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, Βάνιας, Θεσ/νίκη, 1995, σ. 206
[3] Α. Κομνηνή, Αλεξιάς, Ε” 5 Schopen-Reifferscheid, τ. 2, Bohn, 1839, σ. 180
[4] Ιωάννης Ζωνναράς, Επιτομή ιστοριών (ed. L.Α Dindorfius), vol IV, XVIII.XXII, B.G Taubneri, Lipsiae, σ. 238
[5] ο.π, Ε’ 7, σ. 183
[6] Α. Κομνηνή, Αλεξιάς, Στ” 1 Schopen-Reifferscheid, τ. 2, Bohn, 1839, σ. 185
[7] G.A Loud, The Age of Robert Guiscard: Southern Italy and the Norman Conquest, Longman, New York, 2000, σ. 223
[8] Ι. Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, Βάνιας, Θεσ/νίκη, 1995, σ. 209
[9] M.C Brand, Byzantium confronts the West 1180-1204, Harvard University Press, Cambridge, 1968, σ. 171
[10] J. Cinnamus, Deeds of John and Manuel Comnenus (μετάφ. C.M Brand), Columbia University Press, New York, 1976, σ. 98
[11] Ε. Δρακοπούλου, Η πόλη της Καστοριάς τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Εποχή (12ος-16ος αι.), Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1997, σ. 28

[12] Δ. Ζακυνθινός, Μελέται περί της επαρχιακής διαιρέσεωςεν τω Βυζαντινώ Κράτει, Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. 21 (1951), σ. 180, 181
[13] Ι. Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, Βάνιας, Θεσ/νίκη, 1995, σ. 231
[14] Γ. Ακροπολίτης, Georgii Acropolitae Orera (ed. A. Heisenberg), vol. I, c. 46, Teubner, Liepzig, 1903, σ. 32
[15] D.M Nicol, The Despotate of Epiros, B. Blackwell, 1957, Oxford, σ.
[16] Γ. Ακροπολίτης, Georgii Acropolitae Orera (ed. A. Heisenberg), vol. I, c. 63, Teubner, Liepzig, 1903, σ. 50
[17] ο.π, σ. 62, 63
[18] ο.π, σ. 63, 64
[19] Π. Καλονάρος, Το Χρονικόν του Μορέως, Αθήναι, 1940, σ.
[20] W. Treadgold, A history of byzantine state and society, Stanford University Press, Stanford California, 1997, σ. 819
[21] Γ. Ακροπολίτης, Georgii Acropolitae Orera (ed. A. Heisenberg), vol. I, c. 81, Teubner, Liepzig, 1903, σ. 63
[22] Π. Καλονάρος, Το Χρονικόν του Μορέως, Αθήναι, 1940, σ.
[23] Φ. Ροχόντζης, Η αναβίωση του ελληνισμού και η παρακμή της Φραγκοκρατίας. Μάχη της Καστοριάς (1259 μ.Χ), Μακεδονικά 22(1993), ΕΜΣ, Θεσ/νίκη, σ. 340-357
[24] Ν. Μουτσόπουλος, Ανασκαφές σε Δυτικομακεδονικά κάστρα, ΑΕΜΘ 6 (1992), Θεσ/νίκη, 1995, σ. 6-9
[25] Γ. Παχυμέρης, Georgii Pachymeris, De Michaele et Andronico Paleologis libri tradecim (ed. I. 
ΠΗΓΗ: oladeka.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου